Σήμερα, 8/1/2026 ολοκληρώθηκε η δημόσια διαβούλευση επί του σχεδίου νόμου με τίτλο: “Προστασία έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων – Καταπολέμηση της κατασκευής και διακίνησης πλαστών έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων και της φθοράς έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων – Ποινικές διατάξεις – Σύσταση Μητρώου Ορκωτών Πραγματογνωμόνων – Λοιπές διατάξεις Υπουργείου Πολιτισμού”.
Το υπό διαβούλευση σχέδιο νόμου του Υπουργείου Πολιτισμού επιχειρεί να καλύψει ένα διαχρονικό κενό: την αποτελεσματικότερη προστασία έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων από την πλαστογραφία, την απάτη και τη φθορά. Στον πυρήνα του, εισάγει (α) ειδικό ποινικό αδίκημα για πράξεις σχετικές με πλαστά έργα με σκοπό παραπλάνησης, (β) κανόνες για δήμευση/απόδοση/καταστροφή των αντικειμένων, (γ) θεσμική υποστήριξη μέσω σύστασης Αυτοτελούς Τμήματος Έργων Τέχνης και (δ) Μητρώο Ορκωτών Πραγματογνωμόνων, ώστε οι γνωμοδοτήσεις να αποκτήσουν ενιαία ποιότητα και αξιοπιστία.
Η κατεύθυνση είναι θεμιτή. Η αγορά τέχνης όμως έχει ιδιαιτερότητες: η πιστοποίηση αυθεντικότητας συχνά βασίζεται σε σύνθετα, διεπιστημονικά δεδομένα (ιστορική τεκμηρίωση, εργαστηριακές αναλύσεις, έρευνα προέλευσης), ενώ η διακριτή γραμμή ανάμεσα σε δόλια απάτη και καλόπιστη επιστημονική αβεβαιότητα πρέπει να προστατεύεται. Δύο σημεία, ειδικά, αξίζουν προσεκτική νομοτεχνική ενίσχυση.
1) Άρθρο 7: Το Μητρώο Πραγματογνωμόνων πρέπει να είναι πραγματικά διεπιστημονικό
Η σύσταση Μητρώου Ορκωτών Πραγματογνωμόνων είναι ίσως το πιο πρακτικό εργαλείο του νομοσχεδίου. Για να είναι όμως αποτελεσματικό και να λειτουργήσει σύμφωνα με τις διεθνείς πρακτικές, δεν αρκεί ένα γενικό προφίλ “ειδικού” πραγματογνώμονα. Χρειάζεται να προβλεφθεί ρητά (ή να οργανωθεί υποχρεωτικά σε κατηγορίες/ειδικότητες) ότι οι πραγματογνώμονες του Μητρώου πρέπει να περιλαμβάνουν:
(α) Ιστορικούς τέχνης με αποδεδειγμένη εξειδίκευση στο έργο συγκεκριμένων καλλιτεχνών (artist-specific expertise). Στην πράξη, άλλο πράγμα είναι η γενική ιστορία τέχνης και άλλο η εις βάθος γνώση ενός συγκεκριμένου corpus, τεχνικών, περιόδου ή κύκλου έργων. Οι πραγματογνωμοσύνες πρέπει να “ταιριάζουν” στον δημιουργό και στο είδος του έργου.
(β) Επιστήμονες φυσικοχημικής/εργαστηριακής ανάλυσης (forensic). Η τεκμηρίωση πλαστότητας, χρονολόγησης ή μεταγενέστερων παρεμβάσεων συχνά απαιτεί αντικειμενικά επιστημονικά ευρήματα (υλικά, χρωστικές, δεσμευτικά, υποστρώματα, τεχνικές).
(γ) Provenance researchers, δηλαδή ειδικούς που ερευνούν και τεκμηριώνουν την αλυσίδα προέλευσης, το ιστορικό ιδιοκτησίας, τα αρχεία και τα “ιδιοκτησιακά κενά” που συχνά είναι καθοριστικά για την αξιολόγηση γνησιότητας και για την πρόληψη απάτης.
Ιδανικά, ειδικά σε σύνθετες υποθέσεις, θα πρέπει να προβλέπεται δυνατότητα ορισμού διεπιστημονικής ομάδας (ιστορικός τέχνης ειδικός στο corpus + forensic + provenance), ώστε η γνωμοδότηση να είναι πλήρης, ελέγξιμη και πιο ανθεκτική σε αμφισβητήσεις.
2) Η καταστροφή είναι γενικά ακραίο μέτρο
Το σχέδιο νόμου προβλέπει ότι, ακόμη και σε περίπτωση αθώωσης ή παύσης της ποινικής δίωξης, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει δήμευση ή/και καταστροφή εφόσον το αντικείμενο κριθεί πλαστό. Ανεξαρτήτως της δικονομικής έκβασης, η καταστροφή ως θεσμική επιλογή είναι γενικά ακραίο μέτρο στην αγορά τέχνης και θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως έσχατη λύση, για τους εξής λόγους:
· Η αυθεντικότητα δεν είναι πάντοτε δυαδική. Σε αρκετές περιπτώσεις υπάρχει τεκμηριωμένη αβεβαιότητα ή επιστημονική διαφωνία (ιδίως σε έργα με ελλιπή τεκμηρίωση, έργα κύκλου/εργαστηρίου, σύγχρονη ή εννοιολογική τέχνη, ή έργα με μεταγενέστερες παρεμβάσεις). Η καταστροφή προϋποθέτει πρακτικά βαθμό βεβαιότητας που δεν είναι πάντοτε εφικτός, με αποτέλεσμα να αυξάνει ο κίνδυνος μη αναστρέψιμων λαθών.
· Χάνονται ερευνητικά και εγκληματολογικά τεκμήρια. Ακόμη και όταν προηγείται απλή φωτογραφική ή άλλη αποτύπωση, η διατήρηση του αντικειμένου μπορεί να είναι κρίσιμη για μελλοντικές μεθόδους φυσικοχημικής/εγκληματολογικής ανάλυσης, για επανεξέταση με νέα εργαλεία, καθώς και για τη χαρτογράφηση τεχνικών, υλικών και δικτύων πλαστογραφίας. Η καταστροφή στερεί την επιστημονική και ανακριτική κοινότητα από υλικό που μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα πολύτιμο.
· Υπάρχουν ηπιότερα μέτρα που επιτυγχάνουν τον ίδιο σκοπό. Αν ο στόχος είναι να μην επανεισέλθουν πλαστά στην αγορά, αυτό μπορεί να εξασφαλιστεί με λιγότερο επαχθή μέσα, όπως δέσμευση/κατάσχεση και ασφαλή φύλαξη, απαγόρευση διάθεσης, σήμανση ή αδρανοποίηση του αντικειμένου, ή απόδοση σε δημόσιο φορέα για εκπαιδευτική/ερευνητική χρήση υπό ελεγχόμενο καθεστώς.
Με βάση τα παραπάνω, θα ήταν προτιμότερο η καταστροφή να προβλέπεται μόνο ως έσχατο μέτρο και υπό αυστηρές προϋποθέσεις, ενώ ο γενικός κανόνας να προκρίνει λύσεις που αποτρέπουν την επανακυκλοφορία χωρίς να αφαιρούν οριστικά κρίσιμο επιστημονικό και αποδεικτικό υλικό.
Συμπέρασμα
Το σχέδιο νόμου κινείται σε σωστή κατεύθυνση: αναγνωρίζει την ανάγκη προστασίας της αγοράς τέχνης και της πολιτιστικής κληρονομιάς με ποινικά και θεσμικά εργαλεία. Για να πετύχει όμως στην πράξη και να αποφύγει υπέρμετρες ή μη αναστρέψιμες συνέπειες, χρειάζεται (α) ένα Μητρώο Πραγματογνωμόνων που να είναι πραγματικά διεπιστημονικό και εξειδικευμένο και (β) η καταστροφή να αντιμετωπίζεται ως έσχατη λύση μόνο υπό αυστηρές προϋποθέσεις, με προτεραιότητα σε ηπιότερα μέτρα (δέσμευση/κατάσχεση, ασφαλή φύλαξη, σήμανση/αδρανοποίηση ή απόδοση για ερευνητική/εκπαιδευτική χρήση) που αποτρέπουν την επανακυκλοφορία πλαστών χωρίς να στερούν πολύτιμα επιστημονικά και εγκληματολογικά τεκμήρια.
