Δημοσιεύτηκε ο Ν. 5271/2026 για την καταπολέμηση πλαστών έργων τέχνης. Τι προβλέπει το νέο πλαίσιο

Ο Ν. 5271/2026, με τίτλο «Προστασία έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων – Καταπολέμηση της κατασκευής και διακίνησης πλαστών έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων και της φθοράς έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων – Ποινικές διατάξεις – Σύσταση Μητρώου Ορκωτών Πραγματογνωμόνων», δημοσιεύτηκε στις 30/1/2026 και θεσπίζει ένα πιο αυστηρό και εξειδικευμένο πλαίσιο για δύο από τα πιο “ευάλωτα” σημεία της αγοράς τέχνης: την κυκλοφορία πλαστών και τις επιθέσεις/φθορές σε έργα που εκτίθενται σε δημόσιους χώρους ή μουσεία.

Στον πυρήνα του, ο Νόμος θεσπίζει νέο ειδικό αδίκημα για την κατασκευή/ παραποίηση/ έκθεση/ διακίνηση με σκοπό παραπλάνησης, και συστήνει μητρώο ορκωτών πραγματογνωμόνων για τη γνησιότητα.

Το νέο αυτό ειδικό αδίκημα (άρθρο 4) έχει μεγάλη πρακτική σημασία γιατί δεν στοχεύει μόνο στον κατασκευαστή. Αφορά όποιον, με σκοπό παραπλάνησης (απαιτείται δόλος) ως προς την ταυτότητα του δημιουργού, την προέλευση, τη χρονολόγηση, τη φύση ή τη σύνθεση, κατασκευάζει ή παραποιεί, αλλά και όποιον εκθέτει, διακινεί, διαθέτει, μεταβιβάζει, κατέχει ή δέχεται στην κατοχή του έργο τέχνης ή συλλεκτικό αντικείμενο.

Η βασική ποινή ορίζεται σε φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 5.000 ευρώ, με αυστηρότερες προβλέψεις για επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδίως όταν το αντικείμενο έχει αξία άνω των 120.000 ευρώ, όταν υπάρχει κατ’ επάγγελμα τέλεση ή “εμπορική κλίμακα”, ή όταν η δράση είναι οργανωμένη από περισσότερα πρόσωπα ή στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης.

Επιπλέον, εάν ο υπαίτιος δραστηριοποιείται επαγγελματικά στον χώρο των έργων τέχνης/συλλεκτικών, προβλέπεται ως παρεπόμενη ποινή και απαγόρευση άσκησης επαγγέλματος ή συμμετοχής σε διοίκηση/λειτουργία νομικού προσώπου από 3 μήνες έως 5 έτη.

Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει το άρθρο 5 το οποίο δίνει τη δυνατότητα στο δικαστήριο να διατάσσει δήμευση ή απόδοση στον δημιουργό/κληρονόμους ή, όπου συντρέχει περίπτωση, στο Ελληνικό Δημόσιο, ενώ αν το αντικείμενο έχει κατασκευαστεί εξαρχής με σκοπό παραπλάνησης, διατάσσεται η καταστροφή του ενώπιον τριμελούς επιτροπής, με προηγούμενη φωτογραφική ή άλλη αποτύπωση.

Μητρώο Ορκωτών Πραγματογνωμόνων

Σε θεσμικό επίπεδο, συστήνεται στο Υπουργείο Πολιτισμού Μητρώο Ορκωτών Πραγματογνωμόνων (Μ.Ο.Π.) για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για τη διαπίστωση γνησιότητας κατόπιν αιτήματος ή εντολής αρχών ή και ιδιωτών.  

Επιπλέον, προβλέπεται τήρηση ψηφιακού αρχείου πραγματογνωμοσυνών γνησιότητας από το αρμόδιο τμήμα, ενώ το μητρώο προβλέπεται ελεύθερα προσβάσιμο στο κοινό με ηλεκτρονικά μέσα.

Καταπολέμηση Φθοράς Έργων Τέχνης

Στο σκέλος της φθοράς, το άρθρο 11 εισάγει το νέο άρθρο 378Α ΠΚ, που τιμωρεί όποιον καταστρέφει, βλάπτει, ρυπαίνει, αλλοιώνει ή καθιστά ανέφικτη/δυσχερή τη χρήση έργου τέχνης ή συλλεκτικού που εκτίθεται ή φυλάσσεται σε κοινόχρηστους χώρους, σε χώρους του Δημοσίου/ΟΤΑ/ΝΠΔΔ και σε μουσεία (ή σε χώρους έκθεσης/ φύλαξης βάσει συμβάσεων).

Η βασική ποινή ορίζεται σε φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 2.000 ευρώ, ενώ αν η πράξη τελέστηκε από αμέλεια τιμωρείται ηπιότερα.

Για περιπτώσεις υψηλής αξίας (άνω των 120.000 ευρώ) σε συνδυασμό με οργανωμένη δράση, προβλέπεται κάθειρξη έως 10 έτη και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 ευρώ.

 

Συνοψίζοντας, ο νόμος επιδιώκει να ενισχύσει τη θεσμική θωράκιση μιας αγοράς που επιβαρύνεται διαχρονικά από τη διακίνηση πλαστών, όχι μόνο μέσω αυστηρότερων ποινικών συνεπειών, αλλά και μέσω μηχανισμών που ενδυναμώνουν στοχεύουν στην προστασία αγοραστών, δημιουργών, επαγγελματιών, συλλεκτών και μουσείων.

Η εφαρμογή του Νόμου θα έχει ενδιαφέρον γιατί πολλά θα κριθούν από το πώς θα αποδεικνύεται ο δόλος, δηλαδή ο σκοπός παραπλάνησης ή η πρόθεση που συνοδεύει μια πράξη διακίνησης, διάθεσης ή κατοχής. Σε μια αγορά όπου οι αλυσίδες προέλευσης είναι συχνά ελλιπείς και οι συναλλαγές συχνά βασίζονται σε χειραψία, δηλώσεις και ενδείξεις, η απόδειξη του υποκειμενικού στοιχείου θα είναι συχνά το «κλειδί» που θα ξεχωρίζει την ποινική ευθύνη από την κακή πρακτική ή την αμελή διαδικασία.

Στην πράξη, τα εμπλεκόμενα μέρη σε μια συναλλαγή θα πρέπει να δίνουν μεγαλύτερη έμφαση σε τεκμηρίωση προέλευσης και ιστορικού (provenance), σε σαφείς συμβατικές εγγυήσεις για γνησιότητα/νόμιμη προέλευση, σε προληπτικό έλεγχο γνησιότητας από κατάλληλους ειδικούς, αλλά και σε πρωτόκολλα χειρισμού, ασφάλειας και καταγραφής κατάστασης (condition reporting) πριν και μετά από μεταφορές ή εκθέσεις.